Legacy writings vol. 2-9

Άνθρωποι τετράγωνοι
Κουφάλες και μισάνθρωποι 
Κάνουν τα χατίρια στα αρχίδια
Χωρίς καμία αναστολή

Προσκυνάν όποιον φορά στολή 
Η σκέψη τους είναι άρρωστη
Κάνουν το κακό και προχωράνε
Χωρίς καμία αναστολή

Καφέ γλυκό με αίμα προσφορά ένα συν ένα
Παρήγγειλα τα σύνεργα και περιμένω δέμα 
Θα προλάβω και ενδιάμεσα να κάνω κακό 
Και ύστερα πληρώνω με χάρτινο ή κέρμα 

Πράγματα ανόητα
Μη λέμε τα αυτονόητα 
Έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα
Δε λύνεται το πρόβλημα

Θα κάψουμε απ' τα έτοιμα και φέτος το χειμώνα 
Θα κάψουμε απ' τα έτοιμα και φέτος το χειμώνα 

Είναι στο νερό και στον αέρα το κακό 
Είναι μεσ' στον δήμαρχο και μεσ' στο δημαρχείο 
Όμως δε θα μας κολλήσετε εμάς 
Εμείς πήγαμε σχολείο 

***

Κρασί λευκό και Xanax
Βαρύ το ζω το πράμα 
Αν είσαι εδώ κουβάλα
Μα είσαι απών κουφάλα

Χίλιες σκέψεις στο κεφάλι κι άλλες χίλιες στη ντουλάπα 
Με ρώτησες εχθές αλλά ακόμα δε σου τα 'πα
Χίλιες σκέψεις στο κεφάλι και επιμένει ο μαλάκας 
Να τα βγάλω απ'το τσουβάλι να τα βάλω σε κουτάκια

Δεν έπινα το γάλα μου μα ψήλωσα
Με σουβλάκι, Lucky Strike και Stolichnaya
κι όλο έλεγα θα φύγω και καθόμουνα 
Μέχρι που 'φυγα μια μέρα και δεν είπα γεια

***

Είναι μυρωδιά που μυρίζει βαριά 
Γήινη μελωδία που αντηχεί απαλά 
Απλώνεται και κάθεται σα χιόνι στη γη 
Φέρνει μούδιασμα από έρωτα σε νου και καρδιά 

Μου λύνονται τα νεύρα και αρχίζω ξανά
Κάνω βόλτα στον πλανήτη και κοιμάμαι βαριά
Έχω φτάσει στο ένα τρίτο και όλα καλά
Βγάζω τέχνη από τα λάθη και μασάω τα σωστά 

Έρωτας ή τίποτα, γαμώ τα σπίτια σας 
Ένα για τα αρχίδια μας και ένα για τη μήτρα σας
Έρωτας ή τίποτα, γαμώ τα σπίτια σας 
Ένα για τα αρχίδια μας και ένα για τη μήτρα σας

***

Μπερδεύτηκα και χάθηκα 
Στα μάτια της τα πράσινα 
Την πάτησα και λίγο παραστράτησα
Στη μέση όλα τα άφησα και άρχισα 
Τα λόγια τα ασυνάρτητα
Μεσάνυχτα χαράματα 
Βλέπω ότι κοιμάμαι μες τον ύπνο μου
Και το όνειρο ονειρεύομαι πως έγινε στον ξύπνιο μου
Τι γίνεται; Τι φάση ; Πως την είδατε;
Ξυπνήστε με ή αλλιώς αφήστε με
και φύγετε 
Πλανάστε αν νομίζετε σε κάποιον πως θα λείψετε 

***

Στη γέννα τους τα όνειρα, ορθογώνια 
Γυρίσαν σε τροχιά και γίναν στρόγγυλα
Τα δέσαν με καλώδια υπέργεια, υπόγεια
Μαυρίσαν από την κάπνα τα καλά τα παιδιά με τ'αθώα τους τα πρόσωπα
Ξένα και ελληνόπουλα

Μου 'πανε να φύγω σαν το πρόσφυγα
Μου 'παν να προσέχω μα δεν πρόσεχα 
Σόρυ άμα το ζόρισα και κάποιους ταλαιπώρησα 
Είναι τέχνη τελικά στην αρχή όμως δεν το' ξερα

Κάποιοι το 'δαν να έρχεται και άλλοι αληθώρησαν
Κάποιοι το κατάλαβαν και άλλοι πάλι ρώτησαν 
Πως είδα παρακάτω πως μπόρεσα και πρόβλεψα
Διάβασα τη πλάτη του αρνιού, την πλάτη και τα εντόσθια

Θα πάρω τα βουνά και θα αφήσω τα εγκόσμια
Το Φώτη το Γιαγκούλα πήγα κι είδα πρόσφατα
Κάποιοι από αυτούς που σε τιμώρησαν
Ένιωσαν το νόημα και τώρα σε συγχώρησαν 
Δεν ξέρω δε με νοιάζει αυτό που με πειράζει είν' αυτό ρε μαν
Στο κόσμο κάποιοι πτώχευσαν και άλλοι τα 'κονόμησαν 

Εν πάση περιπτώσει νωρίς είχε νυχτώσει και ανηφόρισα
Το δρόμο δεν το γνώριζα και πήγαινα όλο πιο κοντά 
Σ' απρόσιτα οικόπεδα
Μέχρι και που γκρέμισα την γκρίζα γκαραζόπορτα
Όλα άλλαξαν απότομα, ξεπέρασαν τ' ανθρώπινα
Γύρισε μια νύχτα δολοφόνισσα 
Μια νύχτα που ξεθάβαν τους νεκρούς και μουγκρίζανε τα χώματα

Κοντά στους 70 είχαν φτάσει τα θερμόμετρα
Σαπίζανε τα κρέατα, κολλούσαν στα τοιχώματα
Τζάμπα η ταυτότητα και τα αποτυπώματα
Την ώρα που μαλάκωνε η πίσσα και μας έκλεινε τα γόνατα

Από μακριά ξεχώριζαν πλάσματα ανθρωπόμορφα
Μαύρα σαν το κόρακα, με μάτια κιτρινόμαυρα 
Που 'ρχόταν όλο πιο κοντά
και ρώταγαν 
Πράγματα αλλόκοτα 

-Θέλεις να πιεις σκοτάδι;
-Ίσως λίγο πιο μετά
-Θέλεις βαθύ σημάδι να 'χεις για τρίτο μάτι;
-Όχι ευχαριστώ ρε μαν.

Θέλω να φύγω δε μ' αρέσει εδώ 
Πάω να φύγω δε μ' αρέσει εδώ 
Έχω μια καβάτζα για καλό και για κακό 
Άμα μου τη δώσει να γυρίσω στο χωριό 

Θυμάσαι την παλιά την εποχή;
Θυμάσαι την παλιά την εποχή;

Με ατσάλινα παπούτσια περπατάμε 
και γυάλινα τα ρούχα που φοράμε
Τα βράδια σα κοπάδια πίσω σπίτι μας γυρνάμε
Με μισόκλειστα τα μάτια μαύρη ποίηση ξερνάμε 

***

Έχω βόμβες έχω όπλα, συστοιχίες S-300
Είμαι ράπερ και b-boy, F-16 και Sukhoi

Σεντόνια στρώνω ποίηση μ' αυτοσκοπό τη ρίμα
4 με 6.30 κυκλοφορώ στη τσίτα 
Στο νόμισμα υποτίμηση και έγινε όπως το είπαν
Μειώθηκε στο ήμισυ το μερτικό στην πίτα 

κι αν άλλαξε το δίκαιο απ' τ' αρχικό του σχήμα
Ανάποδα στη κίνηση με φορτηγό νταλίκα
Μας βάλανε στη σίγαση, μα έχουμε χίλια δίκια
κι αν πέσουμε στη κρύα γη θα ανοίξουμε κρατήρα

Καταραμένη κύηση μέσα στ' αβγά τα φίδια 
Φτιάξανε τη ρύθμιση και τ' αφεντικά πλούτισαν
Τάχα μου αντίρρηση και ύστερα τα βρήκαν 
Πρόοδος-συντήρηση, ίδιο γραφτό τίμησαν 

Μια μέρα μου παν φύγε συ και γω τους είπα ήρθα
Κόντρα και αντίσταση, με δόντια και με νύχια
Μια μέρα μου παν φύγε συ και γω τους είπα ήρθα
Κόντρα και αντίσταση, με δόντια και με νύχια

***

Το ευρώ και το δολάριο, ξεχειλωσε το ωράριο
Μουφα το οχτάωρο, το υψώναν στο τετράγωνο
Στραβωσε το οχτώ και έγινε συν άπειρο
Σήμερα η αύριο; Ή σε κάνα εξάμηνο;

Τραβάω στο τετράδιο τον άξονα τον χ
και ψάχνω στον παράδεισο δυάρι με αυλή 
Κοιτάζω απ' το παράθυρο την Άρκτο τη μικρή
και βγαίνω απ' το δωμάτιο με άλληνα ψυχή

Απόσταση τεράστια απ' τον Άρη προς τη Γη
Με κάνα δυο τετράστιχα έχω φτάσει στη μισή
Λίγο μετά τα λάστιχα μου σκάσαν με καρφί
Προσπάθησα και κράτησα την άμυνα 
για κάνα δυο πεντάλεπτα μα ήτανε πολλοί

Τσαντίστηκα και σπάστηκα με τ' άδικο στη Γη
Πέντε-έξι σε πεντάστερα κι οι άλλοι σε γιαπί
Φορέσανε στη σβάστικα ένα κράνος και στολή
Σε έκπτωση και πάμφθηνα πουλάνε τη ζωή

***

Όταν δεν έχει άλλο να βρεις να βγάλεις πιο πολύ
Είπα θα το κάνω, καν' το όμως πρώτη εσύ 

Πατάνε το κουμπί και αρχίζει η πυρόλυση
Μέχρι να σε κάψουνε, μέχρι να γίνεις σκόνη γκρι

Θέλει προσευχή, θέλει και προπόνηση
Είναι τάβλι, είναι σκάκι, είναι και Μονόπολη

Είτε κατά λάθος, είτε και από πρόθεση
Μέχρι να φτάσει τέλος η δικιά μας η υπόθεση

***

Χαζεύουμε τα εγκλήματα από τον καναπέ
Βάζουμε στοιχήματα για μπύρες και καφέ
Μαντεύουμε τον ένοχο και ποια τα κίνητρά του
Γράφουμε στα θύματα ένα μέτριο κουπλέ

Στη γέννα τους τα όνειρα, ορθογώνια 
Γυρίσαν σε τροχιά και γίναν στρόγγυλα
Τα δέσαν με καλώδια υπέργεια, υπόγεια
Μητρώα και ταυτότητα, προφίλ και αποτυπώματα

και γω 

Έχω μια cb, μαύρη κι ασημί
Μια εταιρεία με βιβλία και αφμ
Το φτάσαμε ως εδώ, το πάμε απ' την αρχή
Με κάτι πιο απλό, να περπατήσουμε μαζί

Ξέρω άμα το ψάξω με σένα, θα το βρω
Το λ της Ελλάδας το ένα από τα δύο
Όταν αποφάσισα σαν ένα να το δω
Μου λύθηκαν τα νεύρα και ρέει σα νερό

Σαν βλήματα εικόνες περνάν απ'το μυαλό
Τρακάρουν στο φλοιό και φωτίζουν τους νευρώνες
Ξηλώνουν τη μοκέτα και γκρεμίζουν τις κολώνες
Παίζουν στις ειδήσεις και ραγίζουν οι οθόνες
Λυγίζουν οι κανόνες 
Να λείπουν οι συγγνώμες
Την ώρα που αρχίζουνε οι νόρμες και σαπίζουν από μόνες 
Κρατάμε χίλιες φλόγες κρυμμένες σε κρυψώνες
Θα σας κάψουμε μια μέρα και ας αργήσουμε αιώνες

***

Περπατάν οι Αθηναίοι με τη τσάντα μπροστά
Έχουν μάτια και στο κώλο και ένα μπάτσο κοντά
10 χρόνια και αλλά 10 και σιγά τα ωα
Δουλεύω και το βράδυ με κλειστά τα ρολά

Πήγα ήρθα ξαναφεύγω θα 'ρθω άλλη φορά
Ολόκληρα τα λάθη και μισά τα σωστά
Είναι λίγα τα ποντάρω και έχω πάρα πολλά
Τα μαύρα γίνοντ' άσπρα και ζυγά τα μονά

***

Βγαίνουν τα φαντάσματα στις 3 τα ξημερώματα 
Καρφώνουνε στη πόρτα με μαχαίρι την προκήρυξη 
Βία και ποίηση, ποίημα και αντίρρηση 
Κλωτσάνε την πόρτα καταριώντας 
Τους παίρνουν στο κυνήγι τα σκυλιά
Μέσα από τα σύρματα, τους θάμνους και τα βράχια 
Σκίζονται απ' το δρόμο τους, καθώς πηγαίνουν κόντρα 
Λευθερώνουνε το απόβαρο, το αφήνουν στον αέρα 
Σαν να 'ταν η σοφότερη κι η πιο γενναία πράξη 

Τρέχοντας περάσανε τα σύνορα, συνέχισαν να τρέχουν
Κανείς δεν το κατάλαβε, συνέχισαν να τρέχουν 
Αντίληψη λειψή, συνέχισαν να τρέχουν
Στο άγνωστο, στο άγνωστο, συνέχισαν να τρέχουν

Σε λίγο ξημερώνει 
Όπως ξημέρωσε και χθες 

Θυμάσαι τη παλιά την εποχή;
Θυμάσαι τη παλιά την εποχή;
Θυμάσαι τη παλιά την εποχή;
Θυμάσαι τη παλιά την εποχή;

***

Δεν έχω φλέβες ρε μαλάκα, έχω καλώδια 
Παίρνω χάπια να κινούνται τα ηλεκτρόνια 
Ανοίγουμε τη στρόφιγγα να φύγουν τα απόβλητα 
Την ώρα που γυρνάω απ' το κέντρο ξημερώματα 

Να νιώθω τυχερός, τι λες ρε φλώρε;
Να λέω και ευχαριστώ που δεν ζω κάτω από τις βόμβες 
Όσοι τα λένε κάτι τέτοια είναι τρόμπες 
Πρωτομαγιά κάθονται σπίτι και μασάνε τις παντόφλες

***

Το νερό έγινε μαύρο και μύρισε πετρέλαιο
Το είπαν στο συνέδριο, κανείς δεν είναι τέλειος 
Με μαύρο φανελάκι και μαύρη μηχανή
Γυρίσω και αλωνίζω από το Αμμούδι ως την Πέραμο

Είπα ότι θα 'ρθω και άργησα ένα τέταρτο 
Είπα θα το να κάνω, αλλά ακόμα δεν είναι έτοιμο 
Πέρασα από δρόμο με πλατείες και εκκλησίες και 
γαβγίζανε σκυλιά καθώς διαβάζαν το ευαγγέλιο 

***






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις